Ανδρέας Μιαούλης: ο μεγάλος Ναύαρχος της Ελληνικής Επανάστασης

11 Ιουνίου 1835

Πεθαίνει ο Ναύαρχος της Επανάστασης Ανδρέας Μιαούλης. Παρακάτω παρατίθενται τρεις ναυμαχίες κατά τις οποίες έλαμψε το άστρο του.

20 Φεβρουαρίου 1822

Η Ναυμαχία των Πατρών

Ο σουλτάνος, βλέποντας ότι τα περισσότερα φρούρια της Πελοποννήσου έχουν πέσει στα χέρια του εχθρού αποφάσισε ότι ο Οθωμανικός Στόλος έπρεπε πλέον να δράσει με αποφασιστικότητα για να σώσει τα τελευταία φρούρια, τα οποία κατείχαν ακόμη οι Οθωμανοί, δηλαδή το Ναύπλιο, τη Μεθώνη, την Κορώνη και την Πάτρα. Ο στόλος αυτός, μετά από προετοιμασίες, εξέπλευσε από τα Δαρδανέλλια (Ιανουάριος 1822) με ναύαρχο τον Πεπέ Αλή. Σκοπός του ήταν ο ανεφοδιασμός των φρουρίων και η εκεί απόβαση στρατευμάτων. Τα οθωμανικά πλοία ήταν 70 και μερικά από αυτά ήταν από την Αίγυπτο, την Αλγερία και την Τύνιδα με αρχηγό τον Ισμαήλ-Γιβραλτάρ· μετέφεραν 4.000 στρατιώτες.

Αφού ο Ισμαήλ-Γιβραλτάρ εφοδίασε το φρούριο της Μεθώνης, στη συνέχεια κινήθηκε εναντίον του φρουρίου του Νεοκάστρου-Ναυαρίνου, το οποίο απέτυχε να ανακαταλάβει. Στη συνέχεια, λόγω κακοκαιρίας, κατέπλευσε στην Πάτρα, όπου και αποβίβασε 20 πεδινά πυροβόλα. Ο Ελληνικός Στόλος, αποτελούμενος από 27 υδραίικα πλοία υπό τον Ανδρέα Μιαούλη, ο οποίος είχε αντικαταστήσει τον Τομπάζη, από 20 σπετσιώτικα υπό τον Γκίκα Τσούπη και από 16 ψαριανά υπό τον Νικόλαο Αποστόλη, αμέσως κίνησε για να συναντήσει τον εχθρικό στόλο στην Πάτρα. Αποτέλεσμα αυτής της τόλμης ήταν η Ναυμαχία των Πατρών, ο πρώτος πραγματικός εκ παρατάξεως αγώνας μεταξύ του Ελληνικού Στόλου και του Οθωμανικού, η οποία διεξήχθη αποκλειστικά με το πυροβολικό.

Οι Οθωμανοί αιφνιδιάστηκαν, καθώς δεν περίμεναν πως οι Έλληνες θα έκαναν επίθεση με τα μικρά τους πλοία, με τέτοια κακοκαιρία. Η ναυμαχία κράτησε πέντε ώρες. Έλαμψε η ιδιοφυία του Μιαούλη, καθώς οι ναυτικοί ελιγμοί των Ελλήνων ήταν αυτοί που τρομοκράτησαν τους Οθωμανούς και τους ανάγκασαν να καταφύγουν στη βρετανοκρατούμενη Ζάκυνθο. Αν και οι δύο στόλοι είχαν υποστεί σημαντικές ζημιές, εντούτοις ο Οθωμανικός ήταν αυτός που έχασε πλήρως το ηθικό του. Όπως είχε εκμεταλλευθεί τη νύχτα για να αγκυροβολήσει στη Ζάκυνθο, πάλι τη νύχτα εκμεταλλεύθηκε για να φύγει από εκεί, αφού ο Ελληνικός Στόλος είχε αγκυροβολήσει στο Κατάκωλο προς επιτήρησή του. Πολλοί αγωνιστές ξεχώρισαν σε αυτήν τη ναυμαχία, όπως οι Γεώργιος Σαχτούρης, Αναστάσιος Τσαμαδός, Αντώνης Κριεζής, Μανώλης Τομπάζης, Γκίκας Τσούπης και Νικόλαος Αποστόλης.

Η Ναυμαχία της Πατρών υπήρξε γεγονός μεγάλης σημασίας για τον κατά θάλασσα αγώνα των Ελλήνων, παρά τις μικρές οθωμανικές απώλειες. Ήταν η πρώτη φορά που ελληνικά πλοία αντιμετώπισαν κατά παράταξη τον στόλο του σουλτάνου, χωρίς να χρησιμοποιήσουν πυρπολικά.

Ο ιστορικός της Ελληνικής Επανάστασης Σπυρίδων Τρικούπης αναγράφει:

“…Μέχρι τούδε ο ελληνικός, οσάκις απήντα τόν εχθρικόν παρεφύλαττε μάλλον τά κινήματά του ή εφώρμα, προσπαθών νά τόν βλάψη διά μόνων τών πυρπολικών· αλλ’ ο νέος ναύαρχος, ο μεγαλότολμος Μιαούλης, ήλλαξε τόν τρόπον τού πολεμείν, έδωκε τό σημείον τής εκ συστάδην μάχης, καί πρώτος, άν καί ο επικρατών αντίπλους άνεμος έγεινε σφοδρότερος, ώρμησεν εις τό μέσον δύο φρεγατών εκπλήξας καί αυτόν τόν εχθρόν διά τής τόσης τόλμης. Κατόπιν ήλθαν εις τό μέσον ο Μανώλης Τομπάζης, ο Σαχτούρης, ο Αντώνης Κριεζής, ο Γκίκας Τσούπας, ο ναύαρχος τών Ψαρών, ο Κωνσταντίνος Κοτσιάς, ο Κοσμάς καί ο Λάμπρος, καί έφεραν άνω κάτω όλον τόν εχθρικόν στόλον.

Πέντε περίπου ώρας διήρκεσεν η ναυμαχία τών Πατρών επικρατούσης σχεδόν τρικυμίας. Τρείς Έλληνες εσκοτώθησαν, δέκα επληγώθησαν, καί τά ελληνικά πλοία μεγάλως εβλάφθησαν. Άδηλος η ζημία τού εχθρικού στόλου, αλλ’ ο τρόμος του κατάδηλος· διότι, αφ’ ού διεχωρίσθησαν οι στόλοι περί τήν εσπέραν, κατέφυγεν ούτος ως εις άσυλον εις τόν φιλικόν του λιμένα τής Ζακύνθου τόσον ατάκτως, ώστε δύο πλοία του έπεσαν τήν νύκτα εις τά ρηχά πρός τό λοιμοκαθαρτήριον· εκινδύνευσαν δέ νά πάθωσι καί τά λοιπά υπό τών φίλων χειρότερα παρ’ όσα έπαθαν υπό τών εχθρών, διότι τά ευρεθέντα εν τώ λιμένι τής Ζακύνθου πολεμικά αγγλικά καί αυστριακά τόσον εφοβήθησαν μήπως τά ατάκτως εισπλέοντα υπό τό σκότος πέσωσιν επ’ αυτά, ώστε τά εκανονοβόλησαν τήν νύκτα ως εχθρικά. Τόσον δέ τά τουρκικά εφοβούντο τά παραφυλάττοντα έξωθεν τού λιμένος ελληνικά, ώστε έτοιμα ήσαν νά κανονοβολήσωσιν εν τή απελπισία των τήν πόλιν άν εξελαύνοντο. Αφ’ ού ο ελληνικός στόλος περιέπλευσε δύο ημέρας έξωθεν τής Ζακύνθου κατέπλευσεν εις τό Κατάκωλον πρός ύδρευσιν.”

29 Αυγούστου 1824

Η Ναυμαχία του Γέροντα

Οι ελληνικές μοίρες, οι οποίες προστάτευαν τη Σάμο, μετά την αποχώρηση του Σουλτανικού Στόλου απέπλευσαν· η μεν υδραίικη στα βόρεια της νήσου Λειψώ, η δε σπετσιώτικη στην Πάτμο. Ο Μιαούλης με το μεγαλύτερο μέρος του Στόλου, ο οποίος περιπολούσε το Νότιο Αιγαίο, μόλις πληροφορήθηκε ότι ο Σουλτανικός Στόλος έχει καταπλεύσει στην Κω και ότι ο Αιγυπτιακός κατέφθανε, έπλευσε προς τη νήσο Λειψώ και ενώθηκε με την υδραίικη μοίρα, ενώ η σπετσιώτικη κατέφθασε λίγο αργότερα.

Ο ενωμένος Οθωμανικός Στόλος (Αιγυπτιακός-Σουλτανικός) περιελάμβανε 100 περίπου πολεμικά πλοία (από τα οποία 1 δίκροτο, 20 φρεγάτες, 25 κορβέτες, 50 ημιολίες), τα οποία μετέφεραν 8.000 ναύτες, 2.500 στρατιώτες και 2.500 πυροβόλα. Αυτόν συνόδευαν 400 περίπου πλοία που μετέφεραν 8.000 στρατιώτες και 1.000 ιππείς. Ο Ελληνικός Στόλος στον αντίποδα, αποτελείτο από 70 περίπου πλοία, κυρίως πάρωνες και ημιολίες με 5.000 άνδρες και 800 πυροβόλα, καθώς και πολλά πυρπολικά.

Στις 24 Αυγούστου, διεξήχθη η Ναυμαχία Κω-Αλικαρνασσού, η οποία δεν είχε σαφή έκβαση και διεκόπη από τη νύχτα και την τρικυμία. Ο Οθωμανικός Στόλος αγκυροβόλησε στον κόλπο της Αλικαρνασσού-Μποντρούμ και ο Ελληνικός, στον Κόλπο του Γέροντα, προκειμένου να εμποδίσει ενδεχόμενη επιθετική ενέργεια των εχθρών στη Σάμο. Στις 29 Αυγούστου έλαβε χώρα η Ναυμαχία του Γέροντα, κατά την οποία έλαμψε η ιδιοφυία του Μιαούλη, που υπερκέρασε τα μειονεκτήματα -όπως το ότι δεν είχε ευνοϊκό άνεμο και τη διασπορά του στόλου στην περιοχή -και οδήγησε τον Ελληνικό Στόλο στη νίκη. Σημαντική συμβολή επίσης σημείωσαν και τα πυρπολικά, καθόσον προξένησαν ζημιές και πανικό στον εχθρό.

Οι εχθροί, όμως, παρά την ήττα τους, προσπάθησαν εκ νέου να επιτεθούν στη Σάμο, αλλά και πάλι για δέκα ημέρες το Ελληνικό Ναυτικό απέκρουσε τον Οθωμανικό Στόλο. Μετά από αυτές τις αποτυχίες, ο Σουλτανικός Στόλος έπλευσε προς τα Δαρδανέλλια, ενώ ο Αιγυπτιακός προς την Κω, όπου ο Ιμπραήμ συμπλήρωσε τον στρατό του και τιμώρησε κάποιους κυβερνήτες, θεωρώντας ότι δεν έκαναν το καθήκον τους. Κατόπιν, κατευθύνθηκε προς την Κρήτη.

Δώδεκα μίλια βόρεια του Ηρακλείου, ο Αιγυπτιακός Στόλος συγκρούστηκε με τον Ελληνικό υπό τον Μιαούλη και υπέστη συντριπτική ήττα. Ο Μιαούλης εκμεταλλεύθηκε το γεγονός ότι ο εχθρικός στόλος ήταν χωρισμένος σε δύο τμήματα· το πρώτο ήταν μοίρα πολεμικών που συνόδευε τα μεταγωγικά, ενώ το δεύτερο αποτελούταν από 12 δώδεκα μεγάλες φρεγάτες υπό τον Ιμπραήμ. Η Ναυμαχία βορείως Ηρακλείου Κρήτης διεξήχθη στις 2 Νοεμβρίου και πραγματοποιήθηκε σε δύο φάσεις, μία πρωινή και μία βραδινή. Ο Αιγυπτιακός Στόλος, αν και υπέρτερος σε οπλισμό, αριθμό και μέγεθος πλοίων λόγω των επιδέξιων χειρισμών των Ελλήνων, έχασε γρήγορα το ηθικό του. Ακόμα και ο ίδιος ο Ιμπραήμ τρομοκρατήθηκε -διαλύθηκε και περιέπεσε σε σύγχυση. Αποτέλεσμα ήταν ο Ελληνικός Στόλος να αρχίσει να καταδιώκει τα αιγυπτιακά πλοία, ενώ αυτά μέσα σε σύγχυση να κανονιοβολούν το ένα το άλλο.

Ο Παναγιώτης Ι. Καρατζάς έγραψε από την Πίζα στον Μιαούλη για την επιτυχία του: «Μόνος ο Μιαούλης είναι ο μη θαυμάζων τον Μιαούλην» (Δημήτριος Σταμέλος, Ανδρέας Μιαούλης, εκδ. Εστία, Αθήνα 2003, σελ.125).